Παθήσεις του οσχέου και των όρχεων

Υδροκήλη

Υδροκήλη (hydrocele) είναι η διόγκωση του ενός (ετερόπλευρη) ή των δύο ημιοσχέων (αμφοτερόπλευρη), που οφείλεται στη συγκέντρωση υγρού, μεταξύ των δύο πετάλων του ιδίως ελυτροειδή χιτώνα και που μπορεί να είναι πρωτοπαθής, αγνώστου δηλαδή αιτιολογίας ή δευτεροπαθής λόγω οξείας ή χρόνιας επιδιδυμίτιδας ή και λόγω προηγηθείσας εγχείρησης κιρσοκήλης.

Η διόγκωση, που είναι ομαλή, ελαστική στη σύσταση, χωρίς μεγάλη τάση και παρουσιάζει διαύγεια στο φώς, συχνά προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις και μπορεί να επεκτείνεται υψηλά μέχρι το βουβωνικό πόρο και να καλύπτει τον σύστοιχο, αλλά συχνά και τον αντίστοιχο όρχι, όπως και το πέος.

Στα νεογνά και μικρά παιδιά συνήθως επικοινωνεί με την περιτοναϊκή κοιλότητα, όπου το υγρό μπορεί να μετακινείται σε ύπτια θέση και να επανεμφανίζεται στην όρθια.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με τον υπερηχοτομογραφικό έλεγχο, που δείχνει το υγρό και τη διαφοροδιαγιγνώσκει από άλλες καταστάσεις, που εκτιμώνται στην κλινική εξέταση, όπως η βουβωνοκήλη, άλλου είδους διογκώσεις του όρχι ή των εξαρτημάτων του, όπως και από την αιματοκήλη (heamatocele), που δεν διαυγάζει και συγχέεται με συμπαγείς διογκώσεις εικ.1.

Εικόνα 1. Χαρακτηριστική εικόνα υδροκήλης σε τρεις διαφορετικούς ασθενείς με μικρή,μέτρια και μεγάλη υδροκήλη

H χειρουργική αποκατάσταση, με οσχεϊκή τομή και με άνοιγμα του ελυτροειδή χιτώνα, που ακολουθείται από την μαρσιποποίηση της κοιλότητας, αποτελεί τον χρυσό κανόνα της θεραπείας.

Όμως σε ηλικιωμένα άτομα μπορεί να επιχειρείται η παρακέντηση του σάκκου και η έγχυση κάποιας σκληρυντικής ουσίας (σκληροθεραπεία), ενώ στα μικρά παιδιά πρέπει η προσπέλαση να γίνεται με βουβωνική τομή, ώστε να επιχειρείται και η σύγκλειση της επικοινωνίας με την περιτοναϊκή κοιλότητα.

Κύστεις επιδιδυμίδας και κύστεις σπερματικού τόνου

Οι κύστεις της επιδιδυμίδας (epididymal cysts), είναι μικρές υπό τάση κύστεις, που εντοπίζονται στη κεφαλή της, ακριβώς πάνω από τον όρχι όπου και ψηλαφώνται.

Συχνά είναι πολλαπλές και προέρχονται είτε από συγγενή εκκολπώματα του πόρου της επιδιδυμίδας, είτε παριστούν διογκωμένα από απόφραξη λόβια της επιδιδυμίδας, οπότε στην αναρρόφηση αποκαλύπτεται να περιέχουν σπέρμα (σπερματοκήλες).

Πολλές φορές προσλαμβάνουν μεγάλες διαστάσεις και επεκτείνονται πάνω από τον όρχι, από τον οποίο ξεχωρίζουν σαφώς, κατά μήκος του σπερματικού τόνου και χαρακτηρίζονται για το λόγο αυτό κύστεις σπερματικού τόνου. Ο έλεγχος με τους υπερήχους βοηθά στη διάγνωση και διαφοροδιάγνωση και επιβεβαιώνει τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης.

Η θεραπεία αντιπροσωπεύεται από τη χειρουργική αφαίρεση, που γίνεται ή συνιστάται μόνο όταν υπάρχουν τοπικά ενοχλήματα ή πόνος, που ενοχλούν πολύ τον ασθενή.

Συστροφή του όρχι και των εξαρτημάτων του

Η συστροφή του όρχι (torsion of testis) είναι μία επείγουσα ουρολογική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την περιστροφή του όρχι γύρω από τον σπερματικό τόνο, με αποτέλεσμα να σταματά η εισροή αίματος σ’ αυτόν και να γίνεται ισχαιμικός, να διογκώνεται και να είναι επώδυνος .

Οι όρχεις που δεν έχουν λάβει την οριστική θέση τους (εξωβουβωνική κρυψορχία, ανελκόμενοι όρχεις) είναι περισσότερο επιρρεπείς σε συστροφή, που συνηθέστερα συμβαίνει σε ηλικίες 10- 18 χρόνων, ενώ η συστροφή των όρχεων είναι ασυνήθης σε άτομα άνω των 30 χρόνων.

Η συστροφή εκδηλώνεται με έντονο πόνο στο όσχεο, που μπορεί να αντανακλά προς το νεφρό και να συνοδεύεται από τάση για εμετό ή και εμετό, γεγονός που συγχέει την κλινική εικόνα με κωλικό του νεφρού. Στην κλινική εξέταση το σύστοιχο ημιόσχεο είναι διογκωμένο, το δέρμα λείο με αλλοιωμένο το χρώμα του (κόκκινο ή κυανό), είναι εξαιρετικά επώδυνο στην εξέταση και ο όρχις βρίσκεται σε υψηλότερη θέση, σε σχέση με τον αντίθετο.

Η διάγνωση στηρίζεται στο ιστορικό και την κλινική εικόνα, ενώ στη διαφορική διάγνωση, που κύρια γίνεται από την οξεία επιδιδυμίτιδα, βοηθούν οι εξετάσεις αίματος και ούρων, που είναι φυσιολογικές στη συστροφή και παρουσιάζουν λευκοκυττάρωση και πολυμορφοπυρήνωση, όπως και πυοσφαίρια στην επιδιδυμίτιδα.

Η ανύψωση του όρχι κατά την εξέταση προκαλεί πόνο σε συστροφή (σημείο Prenn θετικό), λόγω τάσης στον τόνο, ενώ αντίθετα ανακουφίζει από τον πόνο σε επιδιδυμίτιδα.

Σε αμφίβολες περιπτώσεις, λόγω καθυστερημένης προσέλευσης ή μη σωστής εκτίμησης, είναι προτιμότερο να επέμβουμε χειρουργικά και να εκτιμήσουμε την κατάσταση, προβαίνοντας σε ανάταξη της συστροφής και ορχεοπηξία στην πλευρά αυτή αλλά και προληπτικά στην αντίθετη ή τοποθετώντας μία απλή παροχέτευση σε επιδιδυμίτιδα ή άλλη φλεγμονή.

Είναι προτιμότερο το λάθος σε περίπτωση φλεγμονής, από την απώλεια ενός όρχι, σε περίπτωση συστροφής που δεν αντιμετωπίστηκε σωστά, που αργότερα θα καταλήξει σε ορχεκτομή . Η ορχεκτομή επιβάλλεται και σε περιπτώσεις νέκρωσης του όρχι, που συνήθως επέρχεται σε 6-8 ώρες μετά τη συστροφή.

Η διάκριση της συστροφής του όρχι από τη συστροφή της απόφυσής του ή εκείνης της επιδιδυμίδας, που εκδηλώνεται με τα ίδια συμπτώματα, συνήθως γίνεται στο χειρουργείο, όπου προβαίνουμε σε αφαίρεση των μικρών αυτών εξαρτημάτων, πριν η άσηπτη φλεγμονή τους ή η επιμόλυνση, προχωρήσει και επεκταθεί στον ίδιο τον όρχι.